Ο ΣΠΟΡΤ στο Πολυνέρι-Γεφύρι Κορακονήσιου

Περάσαμε την άλλοτε δύσκολη Γκρόπα και κατευθυνθήκαμε στον αυχένα της Λαίουσας. 

Εκεί σταθήκαμε για λίγο, τα μάτια μας πλανήθηκαν στην πανοραμική θέα ως τα πιο μακρινά βουνά της περιοχής του τέως Δήμου Κοθωνίου.  Όλη η λεκάνη από πάνω μέχρι κάτω, πνίγεται σε μια οργιαστική βλάστηση, με δάση από έλατα, κέδρους, πουρνάρια, γράβους και θάμνους.

Χαμηλότερα κυλούν νερά στη ρεματιά.  Ξεκινούν από τις βόρειες πλαγιές των βουνών και περνούν κοντά από τα όμορφα χωριά, το Μοσχόφυτο, το Βαλκάνο και τους μικρούς οικισμούς τους.  Πιο μακρύτερα στο αχνό φως της πρωινής υγρασίας αχνοφαίνεται το χωριό Πολυνέρι.

Εκεί βρισκόμαστε σε μισή ώρα οδήγησης σε ασφάλτινο ορεινό δρόμο.  Συνολικά κοντά στα 80 χλμ. από τα Τρίκαλα.  Το Πολυνέρι είναι χωριό απλωμένο σε μεγάλο μήκος που το χωρίζει ο δρόμος οριζόντια.  Είναι κτισμένο στα 760 μέτρα.  Τούτος ο τόπος ανέκαθεν έδινε λιτούς, εύθυμους και σκληραγωγημένους ανθρώπους.  Ζούσαν απόμακρα από τα πλούτη της πόλης και τις σοδειές  του κάμπου.

Εμείς σύντομα ετοιμαζόμαστε για το ξεκίνημα της πορείας μας.  Η διαδρομή μας αυτή τη φορά θα είναι κατάβαση προς το πέτρινο τοξωτό γεφύρι του Κορακονησίου.  Πληροφορούμαστε άμεσα από τον πρώην πρόεδρο του χωριού τον κ. Αναστασίου για την πορεία μας.  Μας κατευθύνει σε κάθετο τσιμεντένιο δρόμο προς τα τελευταία σπίτια.  Σε λίγο, ο ένας μετά τον άλλο κατηφορίζουμε ανάμεσα από μικρά κτήματα εγκαταλειμμένα από χρόνια.  Κάπου-κάπου μικρά κηπάκια με τα απομεινάρια της βουνίσιας ντομάτας και της καλαμποκιάς να ξεχωρίζουν μέσα στην πυκνή βλάστηση.

Σε λίγο ακολουθούμε έναν δρόμο εγκαταλειμμένο από πολλά χρόνια, που κάνοντας μια απότομη στροφή κατηφορίζει στο ρέμα του Αρέντα.  Από κει η πορεία μας είναι σε ένα υποτυπώδες μονοπάτι δίπλα στην κοίτη του ρέματος με κατεύθυνση την πορεία των λίγων νερών που εμπλουτίζονται από τα νερά των μικρότερων ρεμάτων και κατευθύνονται προς τον Αχελώο.  Το στένωμα της ρεματιάς και οι απότομες κλίσεις κάνουν τη διαδρομή μας  δύσκολη.  Σε αρκετά σημεία χρειάστηκε να περνάμε τη στενή ρεματιά βυθίζοντας τα πόδια μας στο δροσερό νερό.  Πιο χαμηλά και στα μισά της διαδρομής μας ο τόπος  αλλάζει με μικρές χωραφιές και λίγες πεζούλες.  Εκεί φαινόταν πως κάποτε υπήρχε ζωή από κάποιους που βρήκαν τόπο να ζήσουν, κάνοντας τις οικογένειές τους.  Αυτό το πρόδωσε η παρουσία μιας ερειπωμένης πέτρινης κατοικίας από δεκαετίες εγκαταλειμμένη.  Λίγο πιο πάνω μέσα στην πυκνή βλάστηση μια άλλη κατοικία με την ίδια κατάληξη.

Χαμηλότερα δίπλα στη ρεματιά, ένα καλοδιατηρημένο σε μικρά τμήματα το αυλάκι που μετέφερε το νερό στα λίγα ποτιστικά.  Η μακρόχρονη εγκατάλειψη από δω και κάτω  με την αδιαπέραστη βλάστηση μας αντιστέκονταν απέναντι στο πείσμα μας να μπορέσουμε κάποια στιγμή να αντικρίσουμε το πέτρινο γεφύρι.  Μετά από πολλά και συνεχή ζιγκ ζαγκ των νερών και με πορεία τριών ωρών αντικρίζουμε στο βάθος την πέτρινη σιλουέτα του γεφυριού.  Είναι το πέτρινο τοξωτό γεφύρι του ΚΟΡΑΚΟΝΗΣΙΟΥ.  Γεφυρώνει τον Αρέντα (ρέμα) στη θέση «Κορακονήσι».  Εξυπηρετούσε την επικοινωνία των χωριών Πολυνερίου, Μυρόφυλλου με τα Ελληνικά και από εκεί προς Μουζάκι – Τρίκαλα – Καρδίτσα.  Είναι μονότοξο με αρκάδες, με εντοιχισμένη πλάκα χρονολογίας, το 1201.  Έχει άνοιγμα τόξου 9.20 μ., πλάτος 2.50 μ., ύψος 630 μ. και μήκος 23.30μ.

Εκεί που περπατήσαμε, το περιεργαστήκαμε για την ομορφιά του, το φωτογραφήσαμε και φωτογραφηθήκαμε μαζί του και του κρατήσαμε συντροφιά.  Η ζήλεια όμως της βαριάς μαύρης συννεφιάς νίκησε τη βαρύτητα και αλωνίζει ανέμελα μεταφέροντας χοντρές στάλες νερού και πέντε-έξι δυνατές και φοβερές στις κορυφές του κάστρου του Αλαμάντου και του Χατζή.

Φεύγουμε αφήνοντάς το στην ησυχία του, πρέπει και φέτος να παλέψει με την ανήσυχη φύση, έχει χειμώνα δύσκολο!